ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΠΟΛΙΤΩΝ ΝΙΚΑΙAΣ-ΡΕΝΤΗ

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

Ευρωπαϊκή Συμμετοχική Δημοκρατία..

Σήμερα οι λέξεις έχουν χάσει το νόημα τους και η υποκρισία, η υστεροβουλία, το ψέμα, η αυθάδεια και η αδιαντροπιά χαρακτηρίζουν όχι μόνο τις σχέσεις των πολιτών αλλά δυστυχώς και το δημόσιο λόγο των ‘αρχόντων’ που θυσιάζεται στο βωμό της αρχομανίας και συγκαλύπτεται από τα επιστημονικά οργανωμένα μέσα μαζικής επιρροής. Η πασιφανής υποβάθμιση της παιδείας και ο εκμαυλισμός των νέων σε αυτό αποσκοπεί, στον αποπροσανατολισμό τους και τη μείωση των αντιστάσεων μπροστά στον μεθοδευόμενο μηδενισμό . Το είναι μας έχει αντικατασταθεί από το έχει μας και η έννοια της ελευθερίας έχει χάσει το συστατικό της υποχρέωσης και αναγνωρίζει μόνο δικαιώματα.
Έφτασε η στιγμή να γίνει η δημοκρατία μας συμμετοχική
έξοδος του ατόμου από την αφάνεια της μαζικής απολυταρχικής κοινωνίας και η τοποθέτησή του στο επίκεντρο της ιστορικής εξέλιξης, συνοδεύθηκε, στον δυτικό πολιτισμικό κύκλο, από την (ανα)γέννηση των ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, την οικονομική πρόοδο (βιομηχανική επανάσταση) και την κοινωνικά υπεύθυνη στάση ενσυνείδητης συμμετοχής στα κοινά (κοινωνία πολιτών). Οι τρεις αυτές εξελίξεις ήταν και παραμένουν συνυφασμένες μεταξύ τους και διεύρυναν δραστικά το πεδίο της ελευθερίας.
Η αυξανόμενη πολυπλοκότητα της νεωτερικής κοινωνίας κατέστησε όμως εξαρχής απαραίτητη επίσης την εκχώρηση ενός μέρους της ελεύθερης επιλογής σε αιρετούς αντιπροσώπους και, διαμέσου αυτών, σε μια κυβέρνηση. Ενώ τα τρία πρώτα πεδία διαπνέονται από την ελεύθερη και οικειοθελή επιλογή το τέταρτο σημαδεύεται αναπόφευκτα από έναν καταναγκαστικό χαρακτήρα (μονοπώλιο πολιτειακών εξουσιών, κρατικής δράσης).
Για τον λόγο αυτό, η εκχώρηση έγινε, τουλάχιστο σε ένα μέρος του δημοκρατικού κόσμου, πολύ προσεκτικά, σε περιορισμένα και σαφώς οριοθετημένα πεδία, με αυστηρούς ελέγχους και εξισορροπητικές λειτουργίες ( checks and balances ), ώστε να αποφευχθούν ενδεχόμενες καταχρήσεις ( nobody should be trusted in power ) και με την πρόσθετη εγγύηση μιας, επαγγελματικά δομημένης, δημόσιας διοίκησης. Πρόκειται για το μικρό και αποτελεσματικό κράτος που, τηρουμένων των αναλογιών, και παρά τις πιέσεις των τελευταίων εκατό χρόνων, άντεξε μέχρι σήμερα. Στην Ελλάδα δεν γνωρίσαμε ποτέ κάτι παρόμοιο, και είναι αξιοπερίεργο πώς μιλάμε με τόσο περιφρονητικό τρόπο για κάτι που αγνοούμε απολύτως.
Από την άλλη μεριά, σε ένα άλλο τμήμα του δημοκρατικού κόσμου, είτε εξαρχής, είτε σταδιακά, η κανονιστική και αναδιανεμητική λειτουργία του κράτους επεκτάθηκαν σχεδόν ανεξέλεγκτα, στο όνομα πάντα του κοινού συμφέροντος, που ανέλαβε να υπερασπίζεται κατ’ επάγγελμα μια τεράστια γραφειοκρατία δημοσίων «λειτουργών» όλων των ειδών (πολιτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι, συνδικαλιστές, ακόμη και προμηθευτές του δημοσίου).
Εδώ, αφενός η ελεύθερη επιλογή συρρικνώθηκε, αφετέρου υστέρησε η οικονομική απόδοση.
Το έλλειμμα αυτό ερμηνεύθηκε από τους ωφελημένους ως πρόταξη των ουμανιστικών αξιών και της διανοητικής υπόστασης του ανθρώπου ως αυτοσκοπού. Ακριβώς όπως όταν κάποιος προσπαθεί να εξηγήσει πως, αν και δεν είναι εκείνος με τις περισσότερες αντικειμενικές ικανότητες σε μια ομάδα ανθρώπων, ωστόσο επαρκούν οι καλές προθέσεις που τρέφει ώστε να ορισθεί αρχηγός. Σε κάθε περίπτωση η ανάλυση περί της φύσης και των κινήτρων του ανθρώπου προηγήθηκε της πολιτικής αρχιτεκτονικής.
Στην πρώτη περίπτωση η επιδίωξη του οικονομικού κέρδους θεωρήθηκε θεμιτή ανθρώπινη επιδίωξη που δεν μπορεί να μετριασθεί παρά μόνο με την ελεύθερη  συναίνεση των ίδιων των ανθρώπων. Η ανάθεση της ευθύνης σε εκπροσώπους και κυβερνήσεις δικαιολογείται μόνο όταν είναι αναπόφευκτη, σε λίγες, εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο υπό αυστηρή επιτήρηση (κράτος-νυχτοφύλακας).
Η πρόοδος οδήγησε τους ανθρώπους να δημιουργήσουν με τη βούληση τους σωματεία και συλλόγους, ιδρύματα, νοσοκομεία, Πανεπιστήμια, ερευνητικούς και περιβαλλοντικούς φορείς, που κατά τεκμήριο λειτουργούν με υψηλές προδιαγραφές και προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες στο κοινωνικό σύνολο. Η θεσμοθετημένη εκδήλωση κοινωνικής αλληλεγγύης διαμέσου δημοσίων προϋπολογισμών περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα.
Στην άλλη περίπτωση η επιδίωξη του κέρδους θεωρήθηκε σοβαρό ελάττωμα, αν όχι και έγκλημα κατά της κοινωνίας, ακόμη και παθολογική συμπεριφορά του νου, που επισύρει την καταναγκαστική επιβολή «κοινωνικής στάσης» και «αλληλεγγύης». Η υψηλή φορολογία και ο κοινωνικά αναδιανεμητικός χαρακτήρας του προϋπολογισμού προεξάρχουν, διαμέσου της παντοκρατορίας της λαϊκής κυριαρχίας (αντιπροσωπευτική δημοκρατία).Το αποτέλεσμα δεν έχει δικαιώσει μέχρις στιγμής τους «επισπεύδοντες την ιστορική εξέλιξη».
Γιατί οι μεν «καλοί» μετατρέπονται πολύ σύντομα σε τυράννους ή και «κακούς» ενδίδοντας στους πειρασμούς της τεράστιας εξουσίας, οι δε «ιδιοτελείς» της κοινωνίας τις περισσότερες φορές ανακαλύπτουν τις πολυσχιδείς διαβάσεις προς την απαλλαγή από τις υποχρεώσεις τους. Τα θύματα, το γνωρίζουμε καλά, είναι οι καλοί και ευσυνείδητοι πολίτες, που ταυτόχρονα είναι δημιουργικοί και βρίσκονται εκτός πολιτικής και διοικητικής σφαίρας.
Τα μεγαλύτερα μαζικά εγκλήματα της νεότερης εποχής διαπράχθηκαν χάριν των καλών προθέσεων εκείνων που θέλησαν να «επισπεύσουν» την ιστορία.Οι δύο διαφορετικές αυτές θεωρήσεις της πολιτικής εντός του δημοκρατικού κόσμου εξηγούν και την, σκόπιμη ή όχι, σύγχυση των ημερών μας σχετικά με τη συμμετοχική δημοκρατία.
Τι σημαίνει για παράδειγμα ότι «θα στηρίξουμε τη μάθηση και στο λαϊκό κίνημα ή αν θέλετε στους φορείς της κοινωνίας των πολιτών»; Είναι άραγε η «κοινωνία των πολιτών» μεταμόρφωση του πάλαι ποτέ «μαζικού λαϊκού κινήματος» που ως δούρειος ίππος πολέμησε την ανοιχτή κοινωνία και ευτυχώς για όλους μας ηττήθηκε;
Τι σημαίνει «οι άνθρωποι έχουν δυνατότητες και δικαιώματα, η κοινωνία πολιτών δεν είναι φιλανθρωπία». Είναι κακό πράγμα δηλαδή η φιλανθρωπία; Ή μήπως η οικονομία της αγοράς και η προκοπή των ανθρώπων δεν είναι παρά θεσμοθέτηση της εκμετάλλευσης και της αδικίας και νόμιμη κλοπή;
Η συμμετοχική δημοκρατία είναι λύση στην ανάγκη δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού προτύπου πολιτικής ζωής, διακριτού από το κυρίαρχο αγγλοσαξονικό υπόδειγμα που χαρακτηρίζεται από το δίπτυχο «ελεύθερη αγορά, ατομική ελευθερία, κοινωνία πολιτών» από τη μια και «περιορισμένη κυβέρνηση-κράτος» από την άλλη. Η συμμετοχική δημοκρατία προσπαθεί να συμβιβάσει, στο πολιτικό επίπεδο, τις απαιτήσεις μιας αυξανόμενης διεθνούς φιλοδοξίας της Ευρώπης με τη λεγόμενη κοινωνική συνοχή στο εσωτερικό της σε ένα πλαίσιο προαγωγής των ουμανιστικών αξιών τόσο στο εσωτερικό της όσο και στην εξωτερική της αποστολή (διεθνής αναπτυξιακή συνεργασία, προσήλωση στο διεθνές δίκαιο και τα Ηνωμένα Έθνη κλπ.).
Μην έχοντας ιστορικό προηγούμενο η έκβαση του πειράματος παραμένει άγνωστη, και γι, αυτό καθίσταται πολύ ενδιαφέρουσα η συμμετοχή στη διαμόρφωση του. Στο πώς δηλαδή τα βαρίδια της «κοινωνικής συνοχής» θα επιτρέψουν την οικονομική απογείωση, χάριν ενός υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκού πατριωτισμού.  
Η αρχές της συμμετοχικής δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να εφαρμοστούν ώστε να ευνοήσουν:
1. τη διάθεση των κατάλληλων μέσων από την ΕΕ στους πολίτες και τις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις τους ώστε να εκφράζουν δημόσια τη γνώμη τους,
2. τον ανοιχτό, διαφανή και τακτικό διάλογο μεταξύ της κοινωνίας πολιτών και της ΕΕ,
Η διαμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτικής ταυτότητας σήμερα ενεργοποιεί το καθήκον συμμετοχής του καθενός μας σε αυτή.
Η συμμετοχική δημοκρατία είναι μια ταυτόχρονη και όχι ταυτόσημη λειτουργία με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, δεν μπορεί να είναι ούτε μέρος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ούτε ερμηνεία της, ούτε πολιτικό πρόγραμμα. Όταν πολιτικά κόμματα επιδιώκουν να οικειοποιηθούν έννοιες όπως αυτή της συμμετοχικής δημοκρατίας, τότε αυτές εξασθενίζουν ή διαστρεβλώνονται.
Η συμμετοχική και η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι δύο ισότιμες συνιστώσες της ευρωπαϊκής και της εθνικής μας δημοκρατίας.
Τα κόμματα μπορούν να ανταγωνίζονται -ακόμη καλύτερα θα ήταν να συναγωνίζονται- για την πολιτική εξουσία εκτός του πεδίου της κοινωνίας πολιτών, ειδάλλως η τρέχουσα σημασία της «πολιτικής» καταλήγει να ρυθμίζει τα πάντα και να καταπνίγει κάθε αυτόνομη ιεράρχηση προτεραιοτήτων και κάθε ελεύθερη συμμετοχή. Η συμμετοχική δημοκρατία ως θεώρηση της δημοκρατίας γενικώς και ως μέρος πολιτικού προγράμματος, έστω στο διακηρυκτικό του κεφάλαιο, υπονοεί μια ιεραρχική θεώρηση της πολιτικής αλλά και της μεταξύ τους σχέσης.
Αντίθετα σε μια κοινωνία όπου ένας μεγάλος αριθμός πολιτών συμμετέχει εθελοντικά στα κοινά εκτός των κομματικών και κυβερνητικών δομών, η ίδια η συμμετοχή, όποια και αν είναι αυτή, καταξιώνει τον άνθρωπο στη συνείδηση του και στην κοινωνία και είναι ισότιμη με οποιαδήποτε μορφή συμμετοχής. Η συμμετοχή σε  μια αναδάσωση, σε έναν σύλλογο γονέων, στην οργάνωση αιμοδοσίας, στη συλλογή τροφίμων και φαρμάκων για Τούρκους, Έλληνες ή Ιρανούς σεισμοπαθείς, στην οργάνωση απονομής βραβείων κοινωνικής προσφοράς, στην επίβλεψη σεβασμού των ατομικών δικαιωμάτων ή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας από τις αρχές, στον έλεγχο της διαφάνειας, δεν αξιολογείται ως υποδεέστερη συμμετοχή από τη συμμετοχή στην τοπική κομματική οργάνωση, τη Βουλή ή την κυβέρνηση και τη δημόσια διοίκηση.
Έτσι, οι φορείς εξουσίας (καλύτερα θα ήταν να λέγαμε οι φορείς των κατ’ αντιπροσώπευση αποφάσεων), δεν μπορούν εύκολα να επικαλούνται την τάση των πολιτών προς την αδιαφορία, την ιδιώτευση τον πλουτισμό. Αντίθετα, βρίσκονται υπό συνεχή έλεγχο από την κοινωνία πολιτών, και γίνονται πιο αποτελεσματικοί στα καθήκοντα τους, διαφανείς στη διαχείριση δημοσίου χρήματος και τελικώς λειτουργοί του δημοσίου συμφέροντος υπό προθεσμία, κάτι που οδηγεί στην τακτική ανανέωση και εμπλουτισμό του πολιτικού δυναμικού, το οξυγόνο δηλαδή που τόσο έχει ανάγκη η δημοκρατία.
Τέλος, η κομματικοποίηση της συμμετοχικής δημοκρατίας, όπως ακριβώς όταν πιάσεις τον βούρκο με τα γάντια δεν «γαντώνεται» ο βούρκος αλλά βουρκώνονται τα γάντια, συμβάλλει στη θεώρηση της δημοκρατίας ως παιγνίου εξουσίας ( power game ). Έτσι, αντίθετα με τους διακηρυγμένους ευγενείς σκοπούς, κινδυνεύει να οδηγήσει σε νέες διευρυμένες πελατειακές σχέσεις, ακόμη μεγαλύτερους δημόσιους προϋπολογισμούς και φορολογία (σε βάρος της υγιούς οικονομικής ανάπτυξης αφενός και της χορηγίας και της ευγενούς δωρεάς αφετέρου) και δεν συμβάλλει στην ανόρθωση της χαμηλής ποιότητας των παρεχομένων δημοσίων υπηρεσιών.
Στην Ελλάδα οι ιδιαίτερες συνθήκες της απαλλαγής από τον οθωμανό δυνάστη και εκείνες που οδήγησαν στη συγκρότηση του πρώτου κράτους-έθνους στη βαλκανική χερσόνησο, διαπότισαν από την πρώτη στιγμή την πολιτική μας κουλτούρα με ανασφάλεια, για την αντιμετώπιση της οποίας οικοδομήθηκε ένα παντοδύναμο κράτος, αφοσιωμένος υπηρέτης κάθε αναξιοπαθούντος αλλά και κάθε «αξιοπαθούντος». Ταυτίστηκε έτσι το επιχειρείν με την απάτη και την εκμετάλλευση και οδηγηθήκαμε ακόμη και στην προληπτική κατάσβεση κάθε υγιούς επιχειρηματικής σπίθας εντός της επικράτειας και στην παρεξήγηση πως τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι ατομικές ελευθερίες σημαίνουν άκοπα οφέλη μέρους της κοινωνίας σε βάρος των υπολοίπων, δια των κομματικών πελατειακών σχέσεων, του λαϊκισμού και των «κεκτημένων».
Έτσι η συστηματική, μακροπρόθεσμη, έντιμη και κοπιώδης εργασία αποθαρρύνεται, το επιχειρηματικό πνεύμα, η συσσώρευση κεφαλαίου και η επένδυση συκοφαντούνται, η εθελοντική συμμετοχή και οι δωρεές λοιδωρούνται ως αφελής ρομαντισμός ή ύποπτοι συναλλαγής και υστεροβουλίας.
Κι αυτό συμβαίνει στο κράτος που τόσο πολύ ωφελήθηκε στο ξεκίνημα του από το μοναδικό διεθνώς φαινόμενο των εθνικών ευεργετών.
Στην ελληνική περίπτωση, όπως εξάλλου και στη γαλλική περίπτωση, η -θεωρητικώς- εξαίρεση της αντιπροσώπευσης του πολίτη σε βάρος της συμμετοχής του έχει κυριεύσει τα πάντα σε βαθμό ασφυξίας. Γι, αυτό η κομματική αποτοξίνωση και η απαλλαγή από το κρατικιστικό και προστατευτικό πνεύμα, αν και όλοι πλέον τα λατρεύουν, κάθε άλλο παρά αυτονόητα είναι στην πράξη.
Η διέξοδος ορθώς αναζητείται στην απελευθέρωση της οικονομίας, όμως το κλειδί βρίσκεται στην ενδυνάμωση της κοινωνίας πολιτών. Η πορεία και των δύο στην προοπτική μιας νέας διακυβέρνησης δεν μπορεί παρά να είναι παράλληλη: η βελτίωση της ποιότητας των (αντιπροσωπευτικών) θεσμών δια της «επανίδρυσης του κράτους» και η ενίσχυση της (συμμετοχικής) κοινωνίας πολιτών πρέπει να είναι ταυτόχρονες.
,Άλλωστε δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Όπως οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις δεν μπορούν να υποκαταστήσουν το κράτος σε βασικές λειτουργίες, αλλά πρέπει εκείνο να γίνει πιο αποτελεσματικό και υπόλογο στον πολίτη, όπως είναι ευθύνη του κράτους να εξασφαλίσει τη δυνατότητα δημιουργίας και τους όρους λειτουργίας μη κερδοσκοπικών και μη κρατικών Πανεπιστημίων, έτσι και ο φορολογούμενος και ο χρήστης δημοσίων υπηρεσιών δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από το δάκτυλο του ατομισμού του και να λέει «θα πληρώσω κανονικά τους φόρους ή δεν θα πετώ σκουπίδια στον δρόμο μόνο όταν το κράτος μου έχει πρώτα προσφέρει τις υπηρεσίες που σήμερα δεν έχω».
Προφανώς ο συγκεκριμένος «πολίτης» δεν θα αποκτήσει ποτέ δημοκρατική προσωπική πολιτιστική συγκρότηση όσα χρήματα κι αν κερδίζει.
Για τους παραπάνω λόγους μια σύγχρονη κυβέρνηση οφείλει να λάβει υπόψη της τη νέα πραγματικότητα που συνδιαμορφώνουν οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις αλλά και γενικότερα οι μη κρατικοί φορείς στη διαμόρφωση του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι, όπως για παράδειγμα η κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, οι ομογενειακοί φορείς και τα πρόσωπα κύρους κλπ
Μάλιστα, μια υπηρεσία-αρχή Μη Κρατικών (Πολιτικών) Συντελεστών  (Non St a te Actors ) υπαγόμενη απευθείας στον πρωθυπουργό και υπό την εποπτεία του Συνηγόρου του Πολίτη θα μπορούσε:
(1) να επιτελεί μια λειτουργία συντονισμού και αναζήτησης συνεργειών,
(2) να έχει έναν χαρακτήρα βελτίωσης της διαφάνειας,
(3) να αξιολογεί την ποιότητα, του εξωκοινοβουλευτικού ελέγχου των πολιτικών αποφάσεων
(4) να αξιολογεί την ανεξαρτησία της κοινωνίας πολιτών (τόσο σε σχέση με τα κόμματα και την κυβέρνηση όσο και σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα
(5) να συμβάλλει στη συμμετοχή των ελληνικών ΜΚΟ στην ευρωπαϊκή ενοποίηση διευρύνοντας την ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα.
πηγή: http://www.radionefeli.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου